Στάμος Θεόδωρος

(1922 Νέα Υόρκη - 1997 Ιωάννινα)

Γεννήθηκε στην περιοχή Λόουερ Ηστ Σάιντ του Μανχάταν σε οικογένεια Ελλήνων μεταναστών. Η μητέρα του ήταν από τη Σπάρτη και α πατέρας του είχε μεγαλώσει στη Λευκάδα. Ως έφηβος κέρδισε μια υποτροφία για την Αμερικανική Σχολή Καλλιτεχνών (αγγλικά: American Artists School‎) όπου μελέτησε γλυπτική μαζί με τους Σάιμον Κένεντι κα Τζόζεφ Κόνζαλ. Ο δάσκαλος του Τζόζεφ Σόλμαν, μέλος της ομάδας των Δέκα), έγινε ο μέντορας του.

Το 1943 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στο βιβλιοπωλείο - γκαλερί Wakefield. Τα αμέσως επόμενα χρόνια σημαντικά αμερικανικά μουσεία και κέντρα σύγχρονης τέχνης άρχισαν να αποκτούν έργα του. Το 1947 εξέθεσε με άλλους νεοτεριστές καλλιτέχνες, όπως οι Stil, Reinhardt και Newman, στην γκαλερί Betty Parsons και παρουσίασε ατομική έκθεση στην ίδια αίθουσα. Στα 1948 - 1949 ταξίδεψε στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Το 1950 συνυπέγραψε με δεκαεπτά ακόμη καλλιτέχνες της πρωτοπορίας, μεταξύ άλλων τους Rothko, Pollock και De Kooning, επιστολή διαμαρτυρίας καταγγέλλοντας τα συντηρητικά κριτήρια της συγκρότησης έκθεσης σύγχρονης αμερικανικής ζωγραφικής στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Παράλληλα ενδιαφέρθηκε για τη φιλοσοφία της Άπω Ανατολής, αλλά και για τη γιαπωνέζικη τέχνη και την καλλιγραφία. Λίγο αργότερα, το 1954, δημιούργησε τα πρώτα Χρωματικά Πεδία. Το 1958/1959 έργα του συμπεριλήφθηκαν στη σημαντική έκθεση Νέα Αμερικανική Ζωγραφική του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, που σηματοδότησε την επιβολή του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, και την ίδια περίοδο ξεκίνησε τη συνεργασία του με την γκαλερί Andre Emmerich, που διήρκεσε έως το 1970. Το 1963 ζωγράφισε τα πρώτα έργα της σειράς Κιβώτια του Ήλιου και το 1966 δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Το 1970 ξεκίνησε τη σειρά των Ατέρμονων Πεδίων και άρχισε να μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Νέας Υόρκης και Λευκάδας, του τόπου καταγωγής του. Το 1972 εξέθεσε μονοχρωματικά έργα στην γκαλερί Malborough της Νέας Υόρκης και δύο χρόνια αργότερα πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα, στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών. Το 1975 δώρισε σαράντα πέντε έργα του στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας. Μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις του έργου του οργανώθηκαν από την Corcoran Gallery της Ουάσιγκτον (1958), την γκαλερί "Knoedler" της Ζυρίχης (1984) και την Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας (1997).

Πρωταγωνιστική μορφή του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού διεθνώς, πορεύθηκε με συνέπεια καθ' όλη την εικαστική του διαδρομή -από τους βιομορφικούς πίνακες (1945 - 1949) και τα αφηρημένα και καλλιγραφικά έργα (1949 - 1955) έως τις τρεις μεγάλες σειρές που δημιούργησε από το 1954 έως το 1993- δίνοντας ένα έργο πνευματικό, με υπαρξιστικό και οντολογικό περιεχόμενο.