Τέτσης Παναγιώτης

(1925 Ύδρα – 2016 Αθήνα)

Γεννήθηκε το 1925 στην Ύδρα από ντόπιους γονείς και ήταν γιος εστιάτορα. Παρέμεινε στην Ύδρα μέχρι το 1937 όταν μετά τη φοίτηση του στην Α' Γυμνασίου η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, αρχικά στο κέντρο της πόλης και μετά την Κατοχή στην Καλλίπολη. Πήρε τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής το 1940 από τον Γερμανό φιλότεχνο και ξυλογράφο Κλάους Φρισλάντερ ενώ την ίδια περίοδο γνώρισε τους Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Δημήτρη Πικιώνη. Από το 1943 ως το 1949 σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών κοντά στον Δημήτριο Μπισκίνη, τον Παύλο Μαθιόπουλο και τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού (1953-1956), όπου διδάχτηκε την τέχνη της χαλκογραφίας από τον Ed. Goerg.

Από το 1951 εργάστηκε ως επιμελητής στην έδρα του ελεύθερου σχεδίου της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ε.Μ.Π., ενώ από το 1958 ως το 1962 δίδαξε στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Το 1958 συμμετείχε στην ίδρυση του Ελευθέρου Σπουδαστηρίου Καλών Τεχνών (μετέπειτα Επαγγελματική Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών Βακαλό), όπου δίδαξε ως το 1976, οπότε και εξελέγη καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Στη θέση αυτή παρέμεινε ως το 1991, έχοντας από το 1989 εκλεγεί πρύτανης, ενώ το 1993 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Παραμένοντας πιστός στην παραστατική ζωγραφική και διαμορφώνοντας ένα προσωπικό εξπρεσιονιστικό ύφος, απεικονίζει σκηνές της καθημερινής ζωής, προσωπογραφίες, τοπία και νεκρές φύσεις, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο του χρώματος και του φωτός. Η καλλιτεχνική του δημιουργία περιλαμβάνει επίσης ενασχόληση με τη χαρακτική και τοιχογραφική διακόσμηση δημοσίων κτηρίων και εκκλησιών.